WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πίττα

noun

πίτταΕίδος επίπεδου ψωμιού/ζύμης, συνήθως στρογγυλό, που χρησιμοποιείται για σάντουιτς ή συνοδευτικό.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1373 · 23 Μαρτίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα