Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΑΊΞΩ
A word examined
παίξω
5 letters
·
Ελληνικά
παίξω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παίζω
θα παίξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παίζω
Πηγή: Βικιλεξικό
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις