Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΑΛΙΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
παλιό
παλιό
—
αιτιατική ενικού του παλιός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του παλιός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παλιός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 30
#65 · 14 Ιουνίου 2026
Dordle
Πλέγμα 1
#35 · 15 Μαΐου 2026
Quordle
Πλέγμα 1
#28 · 8 Μαΐου 2026
Daily Puzzle
#1781 · 5 Μαΐου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 6
#15 · 25 Απριλίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις