Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΑΛΙΌ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
παλιό
5 letters
·
Ελληνικά
παλιό
—
αιτιατική ενικού του παλιός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του παλιός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παλιός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Sedecordle
Πλέγμα 10
#126 · 14 Αυγούστου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 16
#117 · 5 Αυγούστου 2026
Dordle
Πλέγμα 1
#63 · 12 Ιουνίου 2026
Dordle
Πλέγμα 1
#35 · 15 Μαΐου 2026
Quordle
Πλέγμα 1
#28 · 8 Μαΐου 2026
Daily Puzzle
#1781 · 5 Μαΐου 2026
Previous word
#1780 · έπαθε
Next word
#1782 · είχες
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις