WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

παστά

ουσιαστικό

παστάΑλλαντικά ή κρέας/ψάρι παστό, δηλαδή διατηρημένο με αλάτι (συχνά και καπνιστό).

Wiktionary →
Daily Puzzle #1467 · 25 Ιουνίου 2025
·Archive
No comments yet