Originπαστά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παστός
- τρόφιμα που τα έχουν παστώσει
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του παστός
Formsπαστά(nominative, plural) · παστών(genitive, plural) · παστά(accusative, plural) · παστά(vocative, plural) · παστά(plural-only, neuter)