WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πατεί

verb

πατείΤρίτο ενικό ενεστώτα του «πατώ»: πατάει/πατεί, δηλ. πατά με το πόδι ή πιέζει κάτι.

Daily Puzzle #301 · 16 Απριλίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα