WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

παχιά

adjective

παχιάΘηλυκό του «παχύς»: που έχει μεγάλο πάχος ή είναι χοντρή (π.χ. παχιά φέτα/σάλτσα).

Duotrigordle Πλέγμα 25 #102 · 21 Ιουλίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 5 #72 · 21 Ιουνίου 2026
Octordle Πλέγμα 2 #65 · 14 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 11 #51 · 31 Μαΐου 2026
Octordle Πλέγμα 4 #47 · 27 Μαΐου 2026
Quordle Πλέγμα 2 #35 · 15 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 4 #10 · 20 Απριλίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 15 #4 · 14 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1717 · 2 Μαρτίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα