Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΕΙΣΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πείσω
πείσω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθω
θα πείσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πείθω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#275 · 21 Μαρτίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις