Ετυμολογίαπειθώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πειθώ
- η ικανότητα κάποιου να πείθει
- η πειστικότητα
- αρχαιοελληνική θεότητα, μία από τις Ωκεανίδες
Τύποιπειθώ(singular, nominative) · πειθώς(genitive, singular) · πειθούς(genitive, singular) · πειθώ(accusative, singular) · πειθώ(singular, vocative) · πειθώ(feminine) · Πειθώ(feminine)