Ετυμολογίαπεκάν < αγγλική pecan < γαλλική pacane / paccan
- είδος αμερικάνικης καρυδιάς (Carya illinoinensis)
- το σχετικά μικρό και με λεπτό λείο περίβλημα καρύδι της καρυδιάς αυτής
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποιπεκάν(invariable, neuter) · Πεκάν(masculine, feminine) · Pekan(transliteration, Latin)