WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πελτέ

noun

πελτέΠυκνός πολτός/σάλτσα, συνήθως από ντομάτα, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική.

Daily Puzzle #249 · 23 Φεβρουαρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα