piˈlos
Originπηλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πηλός
- αργιλώδες υλικό, σε μορφή εύπλαστης λάσπης, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κεραμικών
“※ Μου κόλλησε απάνω η κουβέντα του Θεού / Και είμαι σαν πηλός άσπιλος / Δεν τρώγω πια τα λόγια του αλλουνού / Και δεν μασώ την προστυχιά της τύχης (Γιώργος Σαραντάρης, Μου κόλλησε απάνω η κουβέντα του”
Formsπηλός(masculine, nominative) · πηλοί(nominative, neuter) · πηλά(nominative) · πηλού(masculine, genitive) · πηλών(masculine, genitive) · πηλών(genitive, neuter) · πηλό(accusative, masculine) · πηλούς(accusative, masculine) · πηλά(accusative, neuter) · πηλέ(masculine, vocative) · πηλοί(masculine, vocative) · πηλά(vocative, neuter) · πηλός(masculine) · Πηλός(singular, nominative) · Πηλοί(nominative, plural) · Πηλού(genitive, singular) · Πηλών(genitive, plural) · Πηλό(accusative, singular) · Πηλούς(accusative, plural) · Πηλέ(singular, vocative)