Ετυμολογίαπηνίο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πηνίον (αδράχτι) < υποκοριστικό του πήνη (μίτος, μασούρι)
- ηλεκτρικός αγωγός (συνήθως χάλκινο σύρμα) που έχει τυλιχτεί γύρω από έναν πυρήνα ή σε σχήμα κυλινδρικής σπείρας και όταν διαρρέεται από ρεύμα δημιουργεί μαγνητικό πεδίο
Τύποιπηνίο(singular, nominative) · πηνία(nominative, plural) · πηνίου(genitive, singular) · πηνίων(genitive, plural) · πηνίο(accusative, singular) · πηνία(accusative, plural) · πηνίο(singular, vocative) · πηνία(vocative, plural) · πηνίο(neuter)