A word examined

πηνίο

5 letters·Ελληνικά

πηνίο—ηλεκτρικός αγωγός (συνήθως χάλκινο σύρμα) που έχει τυλιχτεί γύρω από έναν πυρήνα ή σε σχήμα κυλινδρικής σπείρας και όταν διαρρέεται από ρεύμα δημιουργεί μαγνητικό πεδίο

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα