piˈxti
Ετυμολογίαπηχτή < ελληνιστική κοινή πηκτή, θηλυκό του πηκτός < πήγνυμι
- πηγμένο ζουμί από σούπα, κυρίως από χοιρινή κρεατόσουπα
- η ζελατίνη
- accusative, feminine, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πηχτός
Τύποιπηχτή(singular, nominative) · πηχτές(nominative, plural) · πηχτής(genitive, singular) · πηχτών(genitive, plural) · πηχτή(accusative, singular) · πηχτές(accusative, plural) · πηχτή(singular, vocative) · πηχτές(vocative, plural) · πηχτή(feminine)