ˈpça.no
Ετυμολογίαπιάνο < (άμεσο δάνειο) ιταλική piano (σιγανά) < γαλλική piano < ιταλική pianoforte (το μουσικό όργανο πιανοφόρτε) < piano + forte (απαλά και δυνατά).
- όργανο με πλήκτρα και χορδές· κάθε πλήκτρο χτυπάει με τη βοήθεια μηχανισμού μια χορδή που παράγει ένα συγκεκριμένο φθόγγο (που γράφεται με μια νότα)
“σονάτα για πιάνο και βιολί, κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα”
“※ 1894 Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, Ψυχολογία Συριανοῦ συζύγου” — Τὴν ἐπιοῦσαν ἐκοιμᾶτο ἀκόμη, ὅταν ἐπῆγα περὶ τὰς ἕνδεκα εἰς τὸ γραφεῖον μου. Κατὰ τὴν ἐπιστροφήν μου τὴν εὑρῆκα εἰς τὸ πιάνο εὐδιάθετον καὶ ζωηράν.
- figurativelyη μουσική που παίζεται με πιάνο
“Ακούει συχνά πιάνο, επειδή τον ηρεμεί.”
- generalμουσικό κομμάτι ή τμήμα μουσικής σύνθεσης που εκτελείται ή ερμηνεύεται απαλά, σιγά και γλυκά
- σιγανά (ως οδηγία σε παρτιτούρα για τρόπο εκτέλεσης της μουσικής με χαμηλή ένταση ήχου)
“Το κομμάτι αυτό, παίζεται πιάνο.”
“σύμβολο: το πλάγιο λατινικό p”
- broadly, idiomaticαπαλά, γλυκά, μαλακά
“※ 1836 Δημήτριος Βυζάντιος, Βαβυλωνία, Πρᾶξις δευτέρα” — [ΑΣΤ.] Γεια σου...· και να πάτε να τσερκάρετε για να πγιάσετε τον Αρβανίτη, να μου τόνε φέρτε...· Μα Γεράσιμε μου...· α πιάν' α πιάνο· μπα κι ακροτσεριστή και σας σκαπουλλάρη.
“※ 2016 πιάνο - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,¹⁻²)” — Όταν ηρεμήσεις, ξαναπές μου τι συνέβη, αλλά αυτή τη φορά πάρ’ τα πιάνο πιάνο, γιατί δεν μπορώ τις φωνές.
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποιπιάνο(singular, nominative) · πιάνα(nominative, plural) · πιάνου(genitive, singular) · πιάνων(genitive, plural) · πιάνο(accusative, singular) · πιάνα(accusative, plural) · πιάνο(singular, vocative) · πιάνα(vocative, plural) · πιάνο(neuter) · πιάνο(adverb) · Πιάνο(masculine, feminine) · Piano(transliteration, Latin)