ˈpla.ka
Ετυμολογίαπλάκα < Σημασία 1 «μεγάλη επίπεδη επιφάνεια» < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πλάκα, από την αιτιατική «τὴν πλάκα < ελληνιστική κοινή πλάξ (επίπεδο έδαφος).
: Σημασία 4 «τμήμα της λιθόσφαιρας» < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική plate.
: Σημασία 5 «χαρακτηρισμός επίπεδου» < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλάξ και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική plaque.
: Σημασία 6 στην ιατρική < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική plaque, αγγλική patch, plate, plaque.
- μεγάλη επίπεδη επιφάνεια με ομοιόμορφο πάχος από πέτρα, μέταλλο, ξύλο και παρόμοια σκληρά υλικά
- κομμάτι σταθερών διαστάσεων ενός προϊόντος
“πλάκα σαπουνιού, πλάκα βούτυρου, πλάκα σοκολάτας”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
- οροφή, ή δάπεδο ορόφου, από σκυρόδεμα
- μεγάλης έκτασης συμπαγές τμήμα της λιθόσφαιρας του γήινου φλοιού
“ευρασιατική πλάκα, αφρικανική πλάκα”
“τεκτονική των πλακών”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
- figurativelyοτιδήποτε έχει σχήμα πλάκας· πλακοειδής, πλακώδης
“Είναι πολύ γυμνασμένος· πλάκα η κοιλιά του.”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
- μικρή περιοχή που διαφέρει από το υπόλοιπο μιας επιφάνειας
“ερυθηματώδης πλάκα, ινώδης πλάκα”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
- η ταφόπλακα
“※ Πάνω στην πλάκα του έγραψαν τ’ όνομά του και την ημερομηνία θανάτου του.”
“→ χρειάζεται παράθεμα” — πλάκα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,¹⁻²)
- datedδίσκος μουσικής (γραμμοφώνου)
“※ Τέτοιες μέρες το γραμμόφωνο ή δεν έπαιζε καθόλου ή έπαιζε συνεχώς την ίδια πλάκα.” — Κώστας Ταχτσής (1972). συλλογή διηγημάτων Τα ρέστα
- όροφος πολυκατοικίας
- ακτινογραφία
“※ Μου έβγαλαν πλάκες στα γόνατα, στη λεκάνη, στο στήθος, στο κρανίο.” — Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970
- slangποσότητα συσκευασμένου χασισιού
“※ Αν θέλεις να κάνεις κάνα τσιγαράκι, πήγαινε στον τάδε, γιατί έχει ολόκληρη πλάκα.” — πλάκα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,¹⁻²)
“→ χρειάζεται παράθεμα”
- datedατομικός πίνακας που χρησιμοιόταν από τους μαθητές αντί τετραδίου
- αστείο, πείραγμα, φάρσα
“Πλάκα ήταν, μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς.”
“Πέρα από την πλάκα..., χωρίς πλάκα... (σοβαρά μιλώντας)”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
- broadlyαστεία κατάσταση
“※ Έγινε πλάκα, μόλις έπεσε ο άλλος με το καινούριο του κουστούμι μέσα στις λάσπες.” — πλάκα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,¹⁻²)
- ονομασία περιοχών της Ελλάδας
- συνοικία της Αθήνας
“※ Με «νεκρή πόλη» εξακολουθεί να μοιάζει η Πλάκα, καθώς, παρά το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων πριν ακριβώς από ένα μήνα και της επαναλειτουργίας των καταστημάτων εστίασης από τις 25 Μαΐου, πολλέ”
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Πλάκας
Τύποιπλάκα(singular, nominative) · πλάκες(nominative, plural) · πλάκας(genitive, singular) · πλακών(genitive, plural) · πλάκα(accusative, singular) · πλάκες(accusative, plural) · πλάκα(singular, vocative) · πλάκες(vocative, plural) · πλάκα(feminine) · Πλάκα(singular, nominative) · Πλάκες(nominative, plural) · Πλάκας(genitive, singular) · Πλακών(genitive, plural) · Πλάκα(accusative, singular) · Πλάκες(accusative, plural) · Πλάκα(singular, vocative) · Πλάκες(vocative, plural) · Πλάκα(feminine) · Πλάκα(invariable, feminine) · Plaka(transliteration, Latin)