ˈpla.ni
Ετυμολογίαπλάνη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλάνη < πλανάω
:* για τη δικαστική πλάνη < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική erreur judiciaire
- η λανθασμένη γνώμη, η πίστη σε κάτι ψευδές
“πέφτω σε πλάνη”
“※ Άξαφνα ανοίγει ένα παράθυρο. Ο κρότος του νου φάνηκε πως με ξύπνησε από ένα ωραίο όνειρο σε μιαν άσχημη ζωή. Είχα καταλάβει πια την πλάνη μου. Στο σπίτι μας δεν άνοιγαν ποτέ έτσι τα παράθυρα αν χτυπ”
- δικαστική πλάνη
- εργαλείο για την λείανση ξύλινων επιφανειών, το ροκάνι
Τύποιπλάνη(singular, nominative) · πλάνες(nominative, plural) · πλάνης(genitive, singular) · πλανών(genitive, plural) · πλάνη(accusative, singular) · πλάνες(accusative, plural) · πλάνη(singular, vocative) · πλάνες(vocative, plural) · πλάνη(feminine)