ˈple.on
Ετυμολογίαπλέον < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλέον, μορφή του πλεῖον, ουδέτερο του πλείων / πλέων, συγκριτικός βαθμός του πολύς
- πια
“Ήταν πλέον αργά για να διορθωθεί η κατάσταση.”
- στο εξής
- σε αντίθεση με πριν, με παλιότερα
- formalπερισσότερο, πιο
“Εργάστηκε στην εταιρεία δέκα και πλέον χρόνια.”
- επιπλέον, εκτός από
“Εργάσθηκε στην εταιρεία πλέον των δέκα ετών.”
“Θα καταβληθεί πλέον του φόρου και ειδικό τέλος.”
- για το σχηματισμό συγκριτικού και σχετικού υπερθετικού βαθμού: πιο, πάρα πολύ
“είναι ο πλέον αρμόδιος”
“※ Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἢ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω.” — Δεν υπήρχε δρόμος πιο πολυσύχναστος σ' όλο το χωριό. […]
#:: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι