Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΝΟΕΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πνοές
noun
πνοές
—
Πνοές: οι ανάσες ή οι ριπές/φυσήματα αέρα (π.χ. πνοές ανέμου).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#607 · 16 Φεβρουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις