Ετυμολογίαπονζέ < γαλλική pongé < αγγλική pongee (ˈpɑnd͡ʒi) < κινεζική μανδαρίνικη 繭綢 (jiǎnchóu)
- μεταξένιο ύφασμα για την κατασκευή γυναικείων ενδυμάτων
“※ Πῶς εἶναι δυνατόν ν' ἀπαιτήση κανείς ἀπό τάς ράπτριας καί ἀπό τάς κυρίας νά μή ὁμιλοῦν - διότι ἐκεῖ θά ἐκαταντοῦσε τό πρᾶγμα, ἀφοῦ ὁ μεταβαπτισμός εἶναι ἀδύνατος - ἀπαγορεύων τήν χρῆσιν λέξεων καθώς”
Τύποιπονζέ(invariable, neuter)