WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ποτόν

noun

ποτόνΑλκοολούχο ποτό, όπως κρασί, μπύρα ή ποτό σε μπαρ.

Daily Puzzle #450 · 12 Σεπτεμβρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα