Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΟΥΡΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πούρα
πούρα
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούρο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Πούρα < → λείπει η ετυμολογία
noun
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πούρο
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
πούρα
(neuter)
·
Πούρα
(feminine)
·
Poura
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1780 · 4 Μαΐου 2026
Quordle
Πλέγμα 4
#11 · 21 Απριλίου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 1
#7 · 17 Απριλίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις