ΕτυμολογίαΠράγα < ιταλική Praga < τσεχική Praha < práh < πρωτοσλαβική *porgъ (κατώφλι, με την έννοια πόρος / πέρασμα (ποταμού))
ΤύποιΠράγα(singular, nominative) · Πράγας(genitive, singular) · Πράγα(accusative, singular) · Πράγα(singular, vocative) · Πράγα(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό