Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΡΑΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πράοι
adjective
πράοι
—
Ήρεμοι, πράοι, με ήπιο και μη επιθετικό χαρακτήρα.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈpɾa.i
adj
ονομαστική και κλητική πληθυντικού, αρσενικού γένους του πράος
Τύποι
πράοι
(masculine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1663 · 7 Ιανουαρίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις