A word examined

πράσο

5 letters·Ελληνικά

πράσοποώδες, διετές, ιθαγενές φυτό που ανήκει στο γένος Άλλιο της οικογένειας των Λειριοειδών, χρησιμοποιείται στην μαγειρική και συγγενεύει με το κρεμμύδι

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα