Originπρώην < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρῴην
- που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα
“※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γί”
- που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα
“※ πρώην ἀρχηγὸς εἰς τὰ ἄτακτα στρατεύματα (Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδας, Αρ. 29, 14 Σεπτ. 1833, Ναύπλιον, σελ. 223 https://www.google.gr/books/edition/Eph%C4%93meris_t%C4%93s_kub”
- πρώην σύζυγος ή σύντροφος
“είδα τον πρώην μου στο δρόμο αγκαζέ με μια ξανθιά”
Formsπρώην(invariable) · πρώην(invariable, masculine, feminine)