Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΤΩΧΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πτωχό
πτωχό
—
αιτιατική ενικού του πτωχός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του πτωχός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πτωχός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#579 · 19 Ιανουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις