WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πυκνά

επίρρημα

πυκνάΣε μικρή απόσταση μεταξύ τους, με μεγάλη πυκνότητα ή συχνότητα.

Wiktionary →
Daily Puzzle #954 · 29 Ιανουαρίου 2024
·Archive
No comments yet