Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΥΚΝΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πυκνά
adverb
πυκνά
—
Σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, με μεγάλη πυκνότητα ή συχνότητα.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
πυκνά < πυκνός
adv
με μεγάλη πυκνότητα
συχνά πυκνά: αρκετά ή πολύ συχνά
adj
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πυκνό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 6
#41 · 21 Μαΐου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 25
#37 · 17 Μαΐου 2026
Daily Puzzle
#954 · 29 Ιανουαρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
1
densément
French