WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πυκνά

adverb

πυκνάΣε μικρή απόσταση μεταξύ τους, με μεγάλη πυκνότητα ή συχνότητα.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 6 #41 · 21 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 25 #37 · 17 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #954 · 29 Ιανουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα