WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πυώδη

adjective

πυώδηΠου έχει πύον ή σχετίζεται με πύον (π.χ. πυώδης φλεγμονή).

Daily Puzzle #710 · 30 Μαΐου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα