Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΥΡΕΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πύρες
noun
πύρες
—
Πληθυντικός του «πυρά»: μεγάλες φωτιές που ανάβουν για κάψιμο ή για τελετές/γιορτές.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#548 · 19 Δεκεμβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις