ΕτυμολογίαΠύρρα < αρχαία ελληνική Πύρρα, θηλυκό του Πύρρος, < πυρρός < πῦρ
- σύζυγος του Δευκαλίωνα, με τέκνα τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα και την Πρωτογένεια
- γυναικείο όνομα
ΤύποιΠύρρα(singular, nominative) · Πύρρας(genitive, singular) · Πύρρα(accusative, singular) · Πύρρα(singular, vocative) · Πύρρα(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό