WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ράβδο

noun

ράβδοΜακρύ και λεπτό ξύλο ή ραβδί που χρησιμοποιείται ως μπαστούνι ή για χτύπημα/στήριξη.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 30 #93 · 12 Ιουλίου 2026
Dordle Πλέγμα 1 #71 · 20 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 7 #59 · 8 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 19 #20 · 30 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #52 · 10 Αυγούστου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα