WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ράβει

5 letters·Ελληνικά
verb

ράβει—Ράβει: ενώνει ύφασμα ή άλλο υλικό με βελόνα και κλωστή, φτιάχνοντας ή επιδιορθώνοντας ρούχα.

Daily Puzzle #1342 · 20 Φεβρουαρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα