WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ράγας

ουσιαστικό

ράγαςΜεταλλική ράβδος/δοκός που χρησιμεύει ως οδηγός ή στήριγμα, π.χ. σε ράγες τρένου.

Wiktionary →
Daily Puzzle #986 · 1 Μαρτίου 2024
·Archive
No comments yet