WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ράπτε

verb

ράπτεΠροστακτική του «ράβω»: ράψε, δηλ. να ράψεις/να ενώσεις με βελόνα και κλωστή (π.χ. ρούχο).

Daily Puzzle #175 · 11 Δεκεμβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα