ˈɾeŋ.ga
Ετυμολογίαρέγκα < (άμεσο δάνειο) βενετική renga < μεσαιωνική λατινική haringus < φραγκική *hāring < πρωτογερμανική *hēringaz
- θαλασσινό ψάρι που συνήθως συναντιέται σε πελώρια κοπάδια
- figurativelyαδύνατος άνθρωπος και ίσως δύσμορφος (συνήθως για γυναίκα)
Τύποιρέγκα(singular, nominative) · ρέγκες(nominative, plural) · ρέγκας(genitive, singular) · ρεγκών(genitive, plural) · ρέγκα(accusative, singular) · ρέγκες(accusative, plural) · ρέγκα(singular, vocative) · ρέγκες(vocative, plural) · ρέγκα(feminine)