WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ρέετε

ρήμα

ρέετεΒ΄ πληθυντικό ενεστώτα του «ρέω»: (εσείς) ρέετε, δηλ. ρέετε/κυλάτε (για υγρά).

Daily Puzzle #457 · 19 Σεπτεμβρίου 2022
·Archive
No comments yet