Ετυμολογίαρέστα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ρέστος στον πληθυντικό
- τα χρήματα που πρέπει να επιστρέψει ο πωλητής στον αγοραστή, όταν ο τελευταίος του δίνει κέρματα ή χαρτονομίσματα μεγαλύτερης αξίας από αυτήν του προϊόντος που αγοράζει
- τα υπόλοιπα, τα λοιπά
“δε μ' αρέσουν οι πόζες, οι τσιριμόνιες και τα ρέστα”
- όλα τα χρήματα που μου έχουν απομείνει
Τύποιρέστα(nominative, plural) · ρέστων(genitive, plural) · ρέστα(accusative, plural) · ρέστα(vocative, plural) · ρέστα(plural-only, neuter) · Ρέστα(feminine) · Ρέστας(masculine) · Resta(transliteration, Latin)