ˈɾi.nos
ΕτυμολογίαΡήνος < (άμεσο δάνειο) λατινική Rhenus < κελτικής προέλευσης rēnos (ρεύμα)πρωτοϊνοδευρωπαϊκής προέλευσης, όπως και η αρχαία ελληνική Ῥῆνος. Δείτε και το αγγλικό Rhine και Ῥῆνος στο en.wiktionary.
- μεγάλος ποταμός της Ευρώπης που πηγάζει από τις Άλπεις και εκβάλει στη Βόρειο Θάλασσα
- ※ Ο Ρήνος δεν κυλάει στην παραδοσιακή του κοίτη. Το 1817 ξεκίνησαν έργα ευθυγράμμισής του με αποτέλεσμα να χαθούν πλούσιοι υδροβιότοποι και πυκνή βλάστηση. (Ντορίν Φίντλερ/Ειρήνη Αναστασοπούλου, Πριν 200 χρόνια ο Ρήνος απέκτησε νέα κοίτη, Deutsche Welle, 17 Οκτωβρίου 2017)
- ανδρικό επώνυμο
ΤύποιΡήνος(singular, nominative) · Ρήνοι(nominative, plural) · Ρήνου(genitive, singular) · Ρήνων(genitive, plural) · Ρήνο(accusative, singular) · Ρήνους(accusative, plural) · Ρήνε(singular, vocative) · Ρήνοι(vocative, plural) · Ρήνος(masculine) · Ρήνου(feminine) · Rinos(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό