Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΡΗΞΙΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ρήξις
noun
ρήξις
—
Σπάσιμο ή ρήξη (π.χ. αγγείου, μυός ή ιστού), δηλ. διακοπή της συνέχειας.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#664 · 14 Απριλίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις