Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΡΙΝΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ρίνας
ρίνας
—
γενική ενικού του ρίνα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Ρίνας < → λείπει η ετυμολογία
noun
genitive, singular
γενική ενικού του ρίνα
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Ρίνας
(masculine)
·
Ρίνα
(feminine)
·
Rinas
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#530 · 1 Δεκεμβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις