WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ρίπτω

ρίπτωστους τύπους ερρίφθη, ερρίφθησαν (3α πρόσωπα παθητικού αορίστου, ιδίως στα σύνθετά τους)

Wiktionary →
Daily Puzzle #441 · 3 Σεπτεμβρίου 2022
·Archive
No comments yet