ɾeˈtɾo
Originρετρό < γαλλική rétro < λατινική retro
- που αναφέρεται ή σχετίζεται με ξεπερασμένες περιόδους, κυρίως, της τέχνης ή της μόδας
- παρωχημένο στυλ
- ο αταβισμός, η χρήση ξεπερασμένων στυλ, τεχνοτροπιών κ.λπ.
- ψευτοπαλιό, ψευδόπαλιο, παλιό κατ' εικόνα
Formsρετρό(invariable) · ρετρό(invariable, neuter)