ˈɾev.ma
Ετυμολογίαρεύμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥεῦμα < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *srew- (ρέω)
:* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική courant
- η κίνηση υγρής ή αέριας μάζας προς κάποια κατεύθυνση
“※ «αισθάνεσαι να έρχεται από μια σπηλιά στην αριστερή όχθη ένα ψυχρό ρεύμα αέρα» (tovima.gr)”
- figurativelyη κίνηση οχημάτων σε ένα δρόμο προς μία ορισμένη φορά
“※ «δόθηκε στην κυκλοφορία και ο κλάδος προς Αθήνα ... με το αντίθετο ρεύμα να αναμένεται να παραδοθεί» (kathimerini.gr)”
- figurativelyένα σύνολο ανθρώπων που μετακινούνται μαζικά
“※ «αναλογικά ωστόσο με τον πληθυσμό της χώρας, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των κρατών με τα σημαντικότερα μεταναστευτικά ρεύματα» (tovima.gr)”
- broadly, figurativelyη μαζική υποστήριξη ή εφαρμογή της
- broadly, figurativelyτο σύνολο των ανθρώπων που την υποστηρίζουν
- η προσανατολισμένη κίνηση ηλεκτρικών φορτίων
“το ηλεκτρικό ρεύμα μετριέται σε Αμπέρ”
“πάλι μας έκοψαν το ρεύμα”
“το φθηνό και σταθερό ρεύμα είναι απαραίτητο για τη βιομηχανική ανάπτυξη”
Τύποιρεύμα(singular, nominative) · ρεύματα(nominative, plural) · ρεύματος(genitive, singular) · ρευμάτων(genitive, plural) · ρεύμα(accusative, singular) · ρεύματα(accusative, plural) · ρεύμα(singular, vocative) · ρεύματα(vocative, plural) · ρεύμα(neuter)