Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΡΗΤΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ρητού
ρητού
—
γενική ενικού του ρητός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Ρητού < γενική ενικού του αρσενικού Ρητός
adj
genitive, singular
γενική ενικού του ρητός
genitive, singular
γενική ενικού του ρητό
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
Ρητού
(feminine)
·
Ρητός
(masculine)
·
Ritou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1537 · 3 Σεπτεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις