Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΡΙΠΕΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ριπές
noun
ριπές
—
Ξαφνικές, δυνατές ριπές ανέμου ή αέρα που έρχονται κατά διαστήματα.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#835 · 2 Οκτωβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις