Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΡΙΧΤΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ριχτά
ριχτά
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριχτός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
ριχτά < ριχτός + -ά
adv
με ριχτό τρόπο
adj
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριχτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1016 · 31 Μαρτίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις