WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ρολού

noun

ρολούΓλυκό ή αρτοσκεύασμα σε σχήμα ρολού (π.χ. ρολό κέικ ή ρολό ψωμιού).

Daily Puzzle #1458 · 16 Ιουνίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα