ˈɾu.xo
Ετυμολογίαρούχο < μεσαιωνική ελληνική ροῦχον < σλαβικής προέλευσης рухо / ruho < πρωτοσλαβική *ruxo → δείτε (σλοβακικά rúcho)
- το ένδυμα, οτιδήποτε φοράει κάποιος
“ανδρικά / γυναικεία / παιδικά ρούχα”
“βιοτεχνία / κατάστημα ρούχων”
“※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικό” — (Χρύσα Σπυροπούλου (2015). Το μυστήριο της Κωνσταντινούπολης. Ελλάδα: Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN: 9789600358797, @google.books)
- τα απαραίτητα ενδύματα για κάποια περίσταση ή μια εποχή του έτους
“θέλω να ανανεώσω τα ρούχα μου για το χειμώνα”
Τύποιρούχο(singular, nominative) · ρούχα(nominative, plural) · ρούχου(genitive, singular) · ρούχων(genitive, plural) · ρούχο(accusative, singular) · ρούχα(accusative, plural) · ρούχο(singular, vocative) · ρούχα(vocative, plural) · ρούχο(neuter)