Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΡΟΔΙΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ρόδια
ρόδια
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδι
Λεξικό
ˈɾo.ðʝa
noun
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδι
Τύποι
ρόδια
(neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#90 · 17 Σεπτεμβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις