Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΡΟΖΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ρόζου
noun
ρόζου
—
Γενική του «ρόζος»: ο κόμπος/εξόγκωμα στο ξύλο (ή στο σώμα).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Ρόζου < → λείπει η ετυμολογία
noun
genitive, singular
γενική ενικού του ρόζος
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
ρόζου
(masculine)
·
Ρόζου
(feminine)
·
Rozou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#941 · 16 Ιανουαρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις