WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ρόζου

ουσιαστικό

ρόζουΓενική του «ρόζος»: ο κόμπος/εξόγκωμα στο ξύλο (ή στο σώμα).

Wiktionary →
Daily Puzzle #941 · 16 Ιανουαρίου 2024
·Archive
No comments yet